Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ


ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ:

Ο Γιώργος Παπανδρέου είναι δεκαετίες μπροστά από τους άλλους παράγοντες του σημερινού πολιτικού μας συστήματος. Οραματικός, έντιμος, αξιοπρεπής, ανιδιοτελής και δεν διστάζει να αυτοθυσιαστεί για την πατρίδα και τη δημοκρατία. Μοναδική του έγνοια, η ουσιαστική συμμετοχή του πολίτη στα κοινά, η εθνική και πολιτική ενότητα και συμπόρευση για το συμφέρον της χώρας, μακριά από φανατισμούς και ιδιοτέλειες. Πάντα συνεπής στις αρχές και τις αξίες του με λόγο και πράξη.

Ως ομόφωνα εκλεγόμενος Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, χρόνια τώρα, εργάζεται άοκνα  και πειστικά για την ειρήνη και τους θεσμούς της και έχει κερδίσει τον παγκόσμιο θαυμασμό.

Στην Ελλάδα όμως δεν τον εκτιμούμε όσο αξίζει, Υποθέτω, γιατί μας βολεύει καλύτερα ο λαϊκισμός, η χειραγώγηση, οι υποσχέσεις που δεν τηρούνται και ο διχαστικός λόγος.

Έχουμε εκλάβει την πολιτική και ανθρώπινη ευγένειά του ως αδυναμία. Μας το έλεγε και ο μεγάλος Ανδρέας Παπανδρέου: « Ο Ελληνικός λαός συγχωρεί τα πάντα, εκτός από ένα: Την αδυναμία ή αυτό που εκλαμβάνει ως αδυναμία» Του το έχω αναφέρει πολλές φορές αλλά, προφανώς, ο Γιώργος δεν κάνει εκπτώσεις στις αρχές του.

Η ιστορία θα τον δικαιώσει, τότε όμως ίσως είναι πολύ αργά για μας.

Θα τον ήθελα πάντως ΠΙΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ, ΠΙΟ ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΚΟ, ΠΙΟ ΣΥΓΚΡΟΥΣΙΑΚΟ, εκεί που οι εξελίξεις και οι βλαβερές πολιτικές συμπεριφορές και εκτροπές των άλλων, το επιβάλλουν. Είμαι κι εγώ ένας πολίτης και δικαιούμαι αλλά και υποχρεούμαι να εκφράζω τη γνώμη μου. Και αυτό κάνω χωρίς να προσδοκώ αντίδωρο.

Η παρακάτω δήλωση του Προέδρου Γιώργου, τα λέει όλα.

ΔΗΛΩΣΗ
ΓΙΩΡΓΟΥ Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΩΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΩΝ

Αθήνα, 19 Φεβρουαρίου 2019

«Υπήρξα πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και επικεφαλής της κυβέρνησής του σε μια από τις δυσκολότερες ιστορικά περιόδους της χώρας μας, όταν η Προοδευτική Παράταξη πάλευε με όλες της τις δυνάμεις της να διασώσει τον τόπο, την ώρα που όλοι οι άλλοι λυσσαλέα πολεμούσαν το έργο μας.

 Η τότε αντιπολίτευση, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, αντί να συμβάλουν, όπως επέβαλλε το πατριωτικό καθήκον στη διάσωση της χώρας, αφοσιώθηκαν σε ανεύθυνους λαϊκισμούς και στη ρητορική του μίσους.

Έχουν ιστορική ευθύνη για αυτή τους την στάση.

Έφτασαν να συμμαχήσουν σε κινητοποιήσεις που ζητούσαν να καεί η Βουλή, προκειμένου να κερδίσουν με κάθε τρόπο τις εκλογές. Όλα για την νομή της εξουσίας.

Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν να αλλάξουν την πορεία της χώρας, να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές ώστε οι πολίτες να μην ξαναζήσουν παρόμοιες κρίσεις. Αυτές οι επιλογές τους άφησαν πληγές στην πολιτική ζωή της χώρας.

Θεωρώ ιστορική μου υποχρέωση και πολιτική μου ευθύνη, απέναντι στην ιστορία και την παράταξή μας, την Προοδευτική Παράταξη, να συμβάλλω στην ανασυγκρότησή της, στη διατήρηση της πολιτικής της αυτονομίας και στην εκ νέου ανάδειξή της σε μια ισχυρή, πρωταγωνιστική προοδευτική δύναμη απέναντι στη συντήρηση – είτε αυτή έχει δεξιό είτε αριστερό μανδύα.

Να συμβάλω στη δημιουργία μιας παράταξης που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην έξοδο από την κρίση, με ριζικές αλλαγές για να εξασφαλιστεί η πρόοδός της χώρας, ένα βιώσιμο μέλλον για τον Ελληνικό λαό.

Η αναγέννηση της Προοδευτικής Παράταξης, είναι μια υπόθεση που πρέπει να πάρουν στα χέρια τους οι προοδευτικοί πολίτες, να αποστρέψουν το βλέμμα τους από τα επίπλαστα διλήμματα και να δώσουν οι ίδιοι απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα που απασχολούν τους ίδιους τους πολίτες και τη χώρα, να δώσουμε όλοι μαζί απαντήσεις στις μεγάλες προκλήσεις των καιρών.
Αυτή η προσπάθεια, θα είναι μακρά και επίπονη.
Και δεν αφορά τις κάθε φορά ανάγκες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τη χώρα και τους Έλληνες.
Για τους σκοπούς αυτούς εργαζόμαστε όλοι στο ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών, όπως και μέσα από τη συμμετοχή μας στο Κίνημα Αλλαγής.
Θέλω να γίνει σε όλους σαφές πως,

Δεν με αφορά καμία άθλια φιλολογία, μεθόδευση ή εργαλειοποίηση, που εντάσσεται στο δυσάρεστο κλίμα των ημερών, του ευτελισμού της πολιτικής και της Δημοκρατίας, του κυνισμού και των τυχοδιωκτικών επιδιώξεων, που υπηρετούν ιδιοτελείς μεθοδεύσεις και σκοπιμότητες».

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Η Συμφωνία των Πρεσπών – Αλήθειες και μυθεύματα


Τώρα που ολοκληρώθηκε και επικυρώθηκε,  τελεσίδικα μάλιστα, η Συμφωνία των Πρεσπών και η ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας (με και χωρίς εισαγωγικά), στο ΝΑΤΟ και κόπασε ο κουρνιαχτός  των συναισθηματικά φορτισμένων άγονων αντιπαραθέσεων, ήρθε η ώρα
·         να την αξιολογήσουμε με ψυχραιμία, χωρίς προκατάληψη και επηρεασμό από οποιαδήποτε κομματική προπαγάνδα
 
·         να εκτιμήσουμε τις συνέπειές της για τα εθνικά μας συμφέροντα και

·         να δούμε πως θα τη διαχειριστούμε με γνώμονα το καλό της Ελλάδας και της Μακεδονίας μας, με εθνική συναίνεση, χωρίς φανατισμούς και ακραία συνθήματα από ανεγκέφαλους ένθεν κακείθεν του κομματικού (και όχι πολιτικού) φάσματος.
Ως συμβολή μου σ’ αυτόν τον απαραίτητο διάλογο, όσο γίνεται πιο συνοπτικά, μια και υπάρχει μεγάλη κόπωση μ’ αυτό το θέμα, παρουσιάζω το χρονικό των εξελίξεων μαζί με τη γνώμη μου, όσο μπορώ πιο αντικειμενικά (δύσκολο πράγμα πάντως).
Παρουσιάζω λοιπόν το χρονικό της Συμφωνίας που δεν προέκυψε ξαφνικά ως κεραυνός εν αιθρία, το οποίο παρακολουθώ από την εφηβεία μου, ίσως με αφορμή τις διηγήσεις του παππού μου καπεταν Θανάση που πολέμησε στη Μακεδονία και γύρισε κουτσός από ‘κει.
Εκτιμώ λοιπόν  ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια κακή Συμφωνία – μια Εθνική ήττα, αυτό όμως δεν τα λέει όλα. Γιατί;;
1.    Η παραχώρηση του ονόματος «Βόρεια Μακεδονία», όσο κι αν προσβάλλει την εθνική μας ευαισθησία, και την ιστορία μας, ήταν ίσως ένας αναγκαίος συμβιβασμός. Βεβαίως, τα Σκόπια είναι μέρος της ευρύτερης γεωγραφικής  έννοιας της αυτοκρατορίας της  Μακεδονίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου.
Οι Σκοπιανοί όμως δεν είναι Μακεδόνες. Είναι Σλάβοι
που εγκαταστάθηκαν στη γειτονία μας τον 6ο μ.Χ. αιώνα, μιλούσαν και μιλούν μια Σλαβική διάλεκτο και το αλφάβητο που χρησιμοποιούν τους το έδωσαν δυο Έλληνες μοναχοί, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος. Δεν έχουν καμιά σχέση με την ιστορική, γλωσσική και εθνολογική έννοια της Μακεδονίας του Αλεξάνδρου με πρωτεύουσα τη Βεργίνα.  

2.    Η αποδοχή όμως των όρων και του περιεχομένου της «Μακεδονικής Γλώσσας» και του «Μακεδονικού Έθνους» είναι μια ασυγχώρητη εθνική υποχώρηση για να μη χρησιμοποιήσω κάποιον βαρύτερο χαρακτηρισμό. Θα τρίζουν τα κόκκαλα των προγόνων μας και οι επερχόμενες γενεές θα μας καταρώνται.
Το σύγχρονο «Μακεδονικό πρόβλημα» ξεκίνησε για τα καλά το 1945 και εντάθηκε κατά τον Εμφύλιο αν και χρονολογείται από πολύ παλιότερα. Ήταν συνέπεια της σύγκρουσης  των υπερδυνάμεων για τον έλεγχο των Βαλκανίων, του ψυχρού πολέμου και της στρατηγικής του Τίτο να δημιουργήσει τη Γιουγκοσλαβία επιβάλλοντας τη συνένωση ανόμοιων και άσχετων μεταξύ τους περιοχών (Σερβία, Κροατία, Μαυροβούνιο, κ.λπ.). Έτσι προέκυψε και η «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ως μιάς από τις «δημοκρατίες» που συνέθεσαν την καινούργια χώρα, με επεκτατικές βλέψεις εξόδου στη Μεσόγειο μέσω Θεσσαλονίκης την οποία διεκδικούσαν πέρα από οποιαδήποτε εθνολογική η ιστορική λογική.
Οι κάτοικοι αυτής της ψευδοδημοκρατίας και χωρών της Σοβιετικής πλέον κυριαρχίας, που διέφυγαν στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αυστραλία και αλλαχού για να ξεφύγουν από τον «κομμουνιστικό ζυγό», επέλεξαν να ονομάζονται «Μακεδόνες» αντί Γιουγκοσλάβοι ή Σέρβοι, ή Κροάτες, ή Ουκρανοί, κ.ο.κ. γιατί η συσχέτιση με την Γιουγκοσλαβία ή τη Σοβιετική Ένωση θα ήταν πολύ αρνητική γι αυτούς.

Αυτό βόλεψε τις χώρες της Δύσης που ενίσχυσαν με κάθε τρόπο αυτή την ταυτότητα με πολύ πλούσια και χρηματοδοτούμενη προπαγάνδα. Είναι μια πραγματικότητα που βίωσα ως μετανάστης – σπουδαστής και εξόριστος στον Καναδά τη δεκαετία του 1960 και μετά.

«Δημοκρατία της Μακεδονίας» λοιπόν. Και ΟΛΕΣ οι μεταπολεμικές Ελληνικές Κυβερνήσεις έκτοτε, τι έκαναν ενώ οι Σκοπιανοί αλώνιζαν;; ΤΙΠΟΤΕ απολύτως. Είχαν βλέπετε άλλες ασχολίες.
Η χαριστική βολή έπεσε όταν ο ανεκδιήγητος (για να μην κάνω άλλον χαρακτηρισμό) Σαμαράς, ως Υπουργός Εξωτερικών,  κόντρα στην απόφαση του Συμβουλίου αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εντελώς αυθαίρετα, αντί να ασκήσει βέτο, υπέγραψε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας με της γνωστές τραγικές συνέπειες για μας και το σύνολο των Βαλκανίων.
Η μάχη για τη Μακεδονία είχε χαθεί. Οι προσπάθειες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η γενναία πατριωτική στάση του Ανδρέα Παπανδρέου με το εμπάργκο ήταν μοιραίο να μην έχει καλύτερη έκβαση από την Ενδιάμεση Συμφωνία. Όταν 143 χώρες είχαν αναγνωρίσει τα Σκόπια ως «Μακεδονία» και ακόμα και το BBC την εκφωνούσε έτσι, η εμμονή μας στην άρνηση της σύνθετης ονομασίας, όσο και αν δεν αρέσει σε κανέναν Έλληνα και μας ντροπιάζει, μοιραία θα οδηγούσε στην απομόνωσή μας και στην παγίωση της απολύτως ανεπιθύμητης εκδοχής.
Η εκχώρηση όμως της γλώσσας και της εθνότητας, χρεώνεται στην απειρία, στον ερασιτεχνισμό και τελικά στην ανευθυνότητα της Κυβέρνησης Τσίπρα και του ίδιου προσωπικά. Πιστεύω, θα κριθεί αυστηρά από την ιστορία.
Και τώρα, τι;; Προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η εθνική ζημιά, χρειάζονται επιδέξιοι χειρισμοί στη διαχείριση της εφαρμογής της Συμφωνίας που, σημειωτέον, είναι ανέκκλητη και έχει την παρεμβατική υποστήριξη της ΗΠΑ και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο βάθος ΝΑΤΟ.
Έχουμε όμως δυνατότητες τις οποίες μπορούμε να αξιοποιήσουμε αν, ενωμένοι, με μια ενιαία εθνική στρατηγική και φωνή, μακριά από μικροκομματικές αθλιότητες, αφοσιωθούμε στην προσπάθεια να αποκαταστήσουμε, εν τη πράξει, την αδικία που μας έχει γίνει, κυρίως με δική μας ευθύνη, αποκομίζοντας πολλαπλά οφέλη για την πατρίδα μας και τους απογόνους μας.
Αν δεν συμφωνείτε μαζί μου στο όλον ή σε κάποια σημεία, σας παρακαλώ μη με πετροβολάτε. Στείλτε μου τη γνώμη σας και θα τη δω με ανοιχτό πνεύμα και κατανόηση. Ας προσπαθούμε να συνεννοούμαστε. Ο φανατισμός, το μίσος και η απόρριψη της διαφορετικής άποψης χωρίς εξέταση είναι η κατάρα μας.

Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΠΟΥ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΜΑΣ. 
Υ.Γ.: Πριν από ένα χρόνο ακριβώς, κατά την έναρξη των τελικών διαπραγματεύσεων, είχα τοποθετηθεί με μη σειρά τριών άρθρων που θα βρείτε στο blogspot μου, αν σας ενδιαφέρει να το επισκεφτείτε.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ, ΟΛΟΙ ΑΓΑΠΗΣΑΝ ΠΑΡΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΕΑ. Miracolo?!!!


Είπα να δώσω τόπο στην οργή και να μην ασχοληθώ μ’ αυτό το θέμα, αλλά δεν το άντεξα. Είναι τόσο το παράπονο, η οργή και η αγανάκτηση γι΄ αυτούς που τον πολέμησαν λυσσαλέα και ανέντιμα, τον εγκατέλειψαν στις δύσκολες στιγμές του αγώνα του, ή λερώθηκαν προδίδοντας τον ίδιο και τις αξίες που ενσάρκωσε και μας άφησε ως πολύτιμη κληρονομιά. (Δίκη του ΑΣΠΙΔΑ, ΠΑΚ, Ειδικό δικαστήριο, Ωνάσιο).

Πολλές φορές, με λίγες μόνον εξαιρέσεις, τον άφησαν να παλεύει μόνος αλλά δεν πτοήθηκε και κέρδισε όλες τις μάχες εκτός από την τελευταία με τον Χάρο. Ομιλώ μετά λόγου γνώσεως.

Τώρα όλοι τον λάτρεψαν, χωρίς μετάνοια, χωρίς συγνώμη «χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ» που λέει κι ο ποιητής.



Με τη συναισθηματική φόρτιση που κατέχει προτιμώ να σταματήσω εδώ.


ΑΝΤΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΩ, παραθέτω ένα άρθρο του in.gr που τα αναλύει με πιο ήπιο και πολιτισμένο τρόπο. 

« Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΣΕ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΝΑ ΗΓΕΤΕΣ»
Και ξαφνικά όλοι έπαθαν έναν αναδρομικό έρωτα με τον Αντρέα Παπανδρέου. Δεν αναφερόμαστε στην παραδοσιακά μεγαλόθυμη αντιμετώπιση των παλαιών πολιτικών, όταν ακόμη και οι πολιτικοί τους αντίπαλοι μιλούν με καλά λόγια για αυτούς. Μιλάμε για ένα εντυπωσιακό και πάνδημο μίγμα νοσταλγίας και θαυμασμού για έναν ηγέτη που όσο ζούσε ενεπλάκη σε μερικές από τις μεγαλύτερες πολιτικές αντιπαραθέσεις της νεώτερης ιστορίας.

Καταρχάς έχουμε, όπως θα ήταν αναμενόμενο το φόρο τιμής που απέδωσαν οι παλιοί του σύντροφοι του ΠΑΣΟΚ. Τόσο η Φώφη Γεννήματά , ως πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ από τη Χίο, όσο και ο γιός του Γιώργος από την Πάτρα, συμμετείχαν σε εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. 
Η νοσταλγία στο χώρο της κεντροαριστεράς για την εποχή του Αντρέα είναι προφανής. Χάρη σε αυτόν η κεντροαριστερά, αφού αναβαπτίστηκε στο ριζοσπαστισμό της μεταπολίτευσης, έγινε ένα μαζικό λαϊκό ρεύμα, κληρονομιά περισσότερο της κοινωνικής συμμαχίας του ΕΑΜ παρά της εκλογικής πελατείας των προπολεμικών Φιλελευθέρων και της Ένωσης Κέντρου μεταπολεμικά, που κατάφερε ταυτόχρονα να συμβάλει στην αναγνώριση των κατώτερων στρωμάτων αλλά και σε έναν ουσιαστικό εκσυγχρονισμό της κοινωνίας.
Μόνο που η σημερινή κεντροαριστερά, με τη μικρή κλίμακα, την ιδεολογία σε κάποιες περιπτώσεις «ακραίου κέντρου» και την προθυμία συνεργασίας με την κεντροδεξιά θα φάνταζε, σε μερικές τουλάχιστον εκφράσεις της, ανοίκεια για τον Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ το ίδιο θα ίσχυε και για την εγκατάλειψη του ιστορικού ονόματος του ΠΑΣΟΚ. Για την ακρίβεια, το πιο πιθανό θα ήταν να του προκαλούσε θλίψη.
 Όμως και ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε μετ’ επιτάσεως το χώρο του ΠΑΣΟΚ και την κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου. Ούτως ή άλλως σε επίπεδο πολιτικής αισθητικής και ρητορικής ο Αλέξης Τσίπρας και οι λογογράφοι του δείχνουν να έχουν περάσει πολλές ώρες μελετώντας παλαιές ομιλίες του Ανδρέα Παπανδρέου, έστω και εάν δεν μπορούν να πετύχουν κάτι ανάλογο με το συνδυασμό έμπνευσης και ακριβολογίας που επιδείκνυε στα προεκλογικά μπαλκόνια ο ιστορικός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ.
Ούτε είναι τυχαίος ο τρόπος που ο ΣΥΡΙΖΑ χρόνια τώρα ενσωματώνει μια ρητορική εθνικής ανάτασης και πατριωτισμού που εμφανώς παραπέμπει στην ιστορική διαδρομή του ΠΑΣΟΚ, την ώρα που το κάλεσμα για προοδευτικό μέτωπο γίνεται με όρους με τους οποίους ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ δεν είχε μεγάλο πρόβλημα να συμφωνήσει.
Βέβαια, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ της υλοποίησης με συνέπεια των μνημονιακών δεσμεύσεων σε επίπεδο πολιτικής μικρή σχέση έχει με το κύμα αλλαγών που έφερε η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.
Αλλά ακόμη και ο χώρος της Κεντροδεξιάς τον αντιμετώπισε με αρκετό σεβασμό και σαφή διάθεση νοσταλγίας σε αρκετές περιπτώσεις, προσπερνώντας τις βαθιές διαχωριστικές που είχαν καταγραφεί στο παρελθόν και τις οποίες μόνο εκπρόσωποι της σκληρής δεξιάς γραμμής στο εσωτερικό της ΝΔ επιμένουν να θυμούνται.
Αντίστοιχα, παραδείγματα μπορεί να δει κανείς στα Μέσα Ενημέρωσης, ηλεκτρονικά και γραπτά, στα βιβλία μοιράστηκαν ή εκδόθηκαν.
Οι λόγοι της νοσταλγίας
Είναι σαφές ότι 100 χρόνια μετά τη γέννηση του Ανδρέα Παπανδρέου και 23 σχεδόν χρόνια μετά το θάνατό του, ο Ανδρέας Παπανδρέου απολαμβάνει μια ξεχωριστής θέσης στη συλλογική μνήμη.
Οι λόγοι αυτής της μνήμης δεν μπορούν να αποδοθούν απλώς και μόνο στη νοσταλγία που αισθάνονται οι εκάστοτε μεσήλικες σε πρόσωπα και πράγματα που σχετίζονται με τη νεότητά τους. Σε τελική ανάλυση άλλες περιόδους της πρόσφατης ιστορίας κανείς δεν τις θυμάται με νοσταλγία.
Η αιτία, επομένως, βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο άνοδος του Ανδρέα στην πρωθυπουργία βιώθηκε ως μια τομή για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ως ιδιότυπη αναδρομική δικαίωση των στρωμάτων που υπέστησαν τις επιπτώσεις της μετεμφυλιακής περιόδου, ως πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου αλλά και ως πραγματικό βήμα εκδημοκρατισμού.
Το ενδιαφέρον είναι ότι παρά τα όσα ακολούθησαν την πρώτη περίοδο του Ανδρέα Παπανδρέου και με τη λιτότητα της περιόδου 1985-1987 αλλά και τα σκάνδαλα που ακολούθησαν το ίχνος μνήμης που έχει μείνει παρέμεινε θετικό.
Αυτό, άλλωστε, ήταν κάτι που είχε φανεί ήδη από τότε, καθώς παρά την τεράστια επίθεση που δέχτηκε, το Ειδικό Δικαστήριο αλλά και τα προβλήματα υγείας, ο Ανδρέας Παπανδρέου θα κάνει ένα εντυπωσιακό come-back το 1993, δίνοντας αποστομωτική απάντηση σε όσους τον θεώρησαν τελειωμένο λίγο χρόνια πριν.
Η σύγκριση με το σήμερα
Ωστόσο, ακόμη και αυτά τα στοιχεία δεν αρκούν για να εξηγηθεί το γιατί έχει πλέον κατακτήσει μια τέτοια θέση στη συλλογική μνήμη, ώστε οι πολιτικοί χώροι να ερίζουν για την κληρονομιά του.

Το πρώτο στοιχείο έχει να κάνει με το πώς ύστερα από μια δεκαετία σχεδόν όπου η χώρα βρέθηκε αντικειμενικά μέσω των μνημονίων και της μεταμνημονιακής επιτήρησης σε μια συνθήκη μειωμένης κυριαρχίας, ο Ανδρέας Παπανδρέου θυμίζει μια εποχή όπου η χώρα μπορούσε να διεκδικεί ότι έχει ανάστημα και ότι μπορεί να χαράσσει πολιτική με βάση τις δικές της προτεραιότητες. Αυτή η αίσθηση χαμένης υπερηφάνειας είναι λογικό να μετατρέπεται σε νοσταλγία για εκείνη την περίοδο, παραβλέποντας βέβαια ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου εν τέλει αποδέχτηκε το δεδομένο πλαίσιο σχέσεων και με το ΝΑΤΟ και με την ΕΟΚ, εκμεταλλευόμενος μάλιστα και τις χρηματοδοτικές δυνατότητες που η δεύτερη έδινε.
Το δεύτερο έχει να κάνει ακριβώς με το πώς στη συλλογική μνήμη έμεινε εκείνη η περίοδος ως η τελευταία ίσως στιγμή όπου η πολιτική αλλαγή μπορεί να σήμαινε και άμεση βελτίωση της θέσης μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Αντίθετα, οι περισσότερες κυβερνήσεις που ακολούθησαν σε μεγάλο βαθμό έμειναν στη μνήμη ως κυβερνήσεις που περισσότερο διέψευσαν προσδοκίες παρά τήρησαν υποσχέσεις.
Το τρίτο στοιχείο έχει να κάνει με την ίδια την προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου, Δεν ήταν απλώς το larger than life στοιχείο του, ιδίως εάν συγκριθεί με την πολύ πιο λιτή δημόσια παρουσία όσων ηγετών των ακολούθησαν. Ήταν ταυτόχρονα η ικανότητα που έδειχνε να μπορεί να συνδυάζει την αμεσότητα του μεγάλου γητευτή του πλήθους (παροιμιώδης η ικανότητά του να συνομιλεί με το πλήθος στις προεκλογικές συγκεντρώσεις), με τη βαθιά γνώση και τη στοχαστικότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου.
Σε μια εποχή που οι πολιτικοί δείχνουν να ασχολούνται πολύ περισσότερο με την εικόνα τους και τα ζητήματα πολιτικής αισθητικής και όπου οι αντιπαραθέσεις μοιάζουν περισσότερο με κακογραμμένα σενάρια, είναι λογικό να υπάρχει ένα αίσθημα νοσταλγίας για μια περίοδο όπου οι πολιτικοί έδειχναν να ξέρουν τι λένε και να ξέρουν για ποιο πράγμα μιλάνε.
Αναζητώντας ξανά την πολιτική
Όλα αυτά μας δείχνουν ότι η νοσταλγία για τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι απλώ.ς ένα σύμπτωμα του γενικότερου προβλήματος που είναι η κρίση νομιμοποίησης και αξιοπιστίας που διαπερνά το σύνολο του πολιτικού συστήματος.
Είναι μια βαθιά κρίση δεν είναι απλώς πολιτική αλλά στην πραγματικότητα πολιτισμική, που προκύπτει ακριβώς ως αντανάκλαση του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνεται σήμερα το πολιτικό προσωπικό.
Η συρρίκνωση των διαφορών ανάμεσα στα «συστημικά κόμματα», η διάβρωση της δημοκρατίας από τις δυνάμεις της αγοράς, η αδυναμία στοχασμού έξω από τα στενά όρια μιας οικονομικής ορθοδοξίας που ήδη έδειξε τα όριά της στην πιο πρόσφατη μεγάλη κρίση του 2008-2009, η υποκατάσταση της πολιτικής από την επικοινωνία, όλα αυτά διαμορφώνουν μια συνθήκη που δύσκολα μπορεί να γεννήσει μορφές όπως αυτή του Ανδρέα Παπανδρέου, την ώρα που καθιστά την ανάγκη τους παραπάνω από επιτακτική»